ΚΕ.Δ.Α.Σ.Υ. ΠΙΕΡΙΑΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ Διαχείριση δύσκολων συμπεριφορών

Διαχείριση δύσκολων συμπεριφορών

Αρθρογράφος: – Δημήτρης Αγοραστός (Σχολικός Ψυχολόγος ΚΕΣΥ Πιερίας, ΠΕ23)

Ένα θέμα το οποίο απασχολεί συχνά γονείς και εκπαιδευτικούς είναι η διαχείριση δύσκολων συμπεριφορών εντός και εκτός σχολείου. Υπάρχουν τρόποι να αντιμετωπίσουμε συμπεριφορές που δυσκολεύουν την επικοινωνία με τα παιδιά ή που δημιουργούν δυσκολίες στην καθημερινότητα των ίδιων ή τρίτων, όπως είναι το σχολείο, οι παρέες ή η οικογένεια;

Σήμερα θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε τις δύσκολες συμπεριφορές, να αναφερθούμε σε καλές πρακτικές διαχείρισής τους αλλά και να συνδέσουμε την αποτελεσματική διαχείρισή τους με την ανάπτυξη εσωτερικών κινήτρων, τα οποία όπως έχουμε αναφέρει πολλές φορές είναι μία κινητήριος δύναμη θετικής αλλαγής τόσο σε μαθησιακό επίπεδο όσο και σε επίπεδο συμπεριφοράς. Φυσικά είναι αδύνατο μέσα στις λίγες γραμμές ενός άρθρου να εξαντλήσουμε αυτά τα δύο τόσο σημαντικά θέματα. Αυτό στο οποίο στοχεύω είναι καταφέρω να περιγράψω τι εννοούμε όταν αναφερόμαστε στις ?δύσκολες συμπεριφορές? και φυσικά καταγράψω κάποιες βασικές αρχές για τη διαχείρισή τους.

Ξεκινώντας λοιπόν από το θέμα των δύσκολων συμπεριφορών, νομίζω πως είναι χρήσιμο να δώσουμε εξαρχής έναν ορισμό στις ?δύσκολες συμπεριφορές?. Εάν μπορούσα να ρωτήσω τον κάθε ένα και την κάθε μία από εμάς τι εννοούμε όταν μιλάμε για δύσκολες συμπεριφορές στα παιδιά, είναι πολύ πιθανό πως θα καταλήγαμε σε 5-6 διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα αυτό. Κάποιος θα πει πως δύσκολη συμπεριφορά είναι η ανυπακοή των παιδιών, κάποιος άλλος όταν τα παιδιά βρίζουν, όταν αρνούνται να περάσουν χρόνο μαζί μας, η άρνηση να κάνουν τα μαθήματά τους, η επιθετικότητα προς άλλους ή το ότι έχουν τάσεις απόσυρσης. Ενδεχομένως κάποιοι που έχουν και πιο μεγάλα παιδιά να αρχίσουν να αναφέρουν και άλλες συμπεριφορές όπως η παραβατική συμπεριφορά.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι οι όψεις του θέματος είναι τόσες πολλές που είναι από δύσκολο να εστιάσουμε μόνο σε ένα σημείο και να αφήσουμε εκτός τα υπόλοιπα. Αλλά εάν κοιτάξουμε καλά αυτές τις διαφορετικές απαντήσεις, ίσως θα μπορούσαμε να διακρίνουμε κάποια βασικά στοιχεία που έχουν οι περισσότερες συμπεριφορές που μας προβληματίζουν συνήθως:

  1. Άρνηση του παιδιού να ακολουθήσει κανόνες
  2. Ενόχληση ή τραυματισμός τρίτων
  3. Αυτοκαταστροφική συμπεριφορά

Ο κοινός παρονομαστής αυτών των 3 σημείων είναι πως, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται μια συμπεριφορά που μας προβληματίζει, είναι μια συμπεριφορά η οποία μειώνει σημαντικά την λειτουργικότητα του παιδιού και δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα σε εμάς, σε τρίτους ή στο ίδιο το παιδί. Με απλά λόγια, η μείωση της λειτουργικότητας αναφέρεται στη δυσκολία του παιδιού να αντεπεξέλθει επαρκώς στην καθημερινότητά του, με τον αναμενόμενο τρόπο, ανάλογα με την ηλικία του και τις γνωστικές του ικανότητες.

Ο ρόλος των γονέων

Βασικά δομικά στοιχεία κάθε παρέμβασης των γονέων για την αντιμετώπιση αυτών των δύσκολων συμπεριφορών είναι η επικοινωνία και η οριοθέτηση. Παλαιότερα, οι γονείς έβλεπαν το ρόλο τους ως προς την οριοθέτηση και την επικοινωνία ως κάτι απλό: ?γενικά το παιδί χρειάζεται αυστηρή οριοθέτηση?. Τα παιδιά που ?δεν σέβονται? θα μάθουν μέσω της ?τιμωρίας?. Ταυτόχρονα, κυριαρχούσε η νοοτροπία ότι η ευαισθησία από πλευράς του γονιού οδηγεί σε κατάχρηση και σε κατάρρευση όλων των ορίων, με άμεσο αντίκτυπο την ανάπτυξη παιδιών που ίσως θα περιγράφαμε γενικά και αόριστα ως ?κακομαθημένα?.

Μάλιστα, εάν ρίξουμε μια ματιά στα γραπτά των πρώτων ψυχολόγων-ψυχαναλυτών στις αρχές του 1900 για τη σχέση των γονιών με τα παιδιά, θα βλέπαμε ότι ακόμη και οι ειδικοί ψυχικής υγείας της εποχής κινούνταν σε μια παρόμοια λογική: τα παιδιά έχουν ανάγκη οι γονείς να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες και κάποιον να οριοθετήσει την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά τους. Αρχικά έδιναν λίγη ή και καθόλου σημασία στον συναισθηματικό κόσμο των παιδιών και στα συναισθήματα γενικότερα. Οπότε βλέπουμε ότι η νοοτροπία της αυστηρότητας ως μεθόδου διαπαιδαγώγησης ήταν μια κυρίαρχη κοσμοθεωρία γενικότερα και είναι αναμενόμενο να είχε υιοθετηθεί έως και τις προηγούμενες γενιές.

Στα μισά του περασμένου αιώνα όμως οι ψυχολόγοι αρχίσαμε να στρέφουμε την προσοχή μας περισσότερο στον συναισθηματικό κόσμο των παιδιών. Είδαμε ότι και για τους ανθρώπους, όπως και για τα θηλαστικά γενικότερα, υπάρχει μια έμφυτη ανάγκη να υπάρξει και μια πιο βαθιά συναισθηματική σχέση μεταξύ γονιών-παιδιών. Αυτό που λέμε ?δεσμός?, όπως είδαμε και στο σχετικό αφιέρωμα για τη συγκεκριμένη θεωρία, δημιουργείται βήμα-βήμα ήδη από τη βρεφική ηλικία, όχι απαραίτητα με τα λόγια, αλλά με πράξεις οι οποίες δείχνουν στο παιδί ότι είμαστε συναισθηματικά παρόντες και έτοιμοι να καλύψουμε όχι μόνο τις βιολογικές ανάγκες αλλά και τις συναισθηματικές όπως είναι η ανάγκη για προστασία, κατανόηση και αποδοχή.

Έχοντας αυτή τη νέα αντίληψη, άρχισε να κάνει την εμφάνισή της και μια νέα αντίληψη για τον γονεϊκό ρόλο, πιο εμπλουτισμένη, στην οποία κυρίαρχο λόγο έχει όχι η τυφλή οριοθέτηση της συμπεριφοράς μέσω τιμωριών για κάθε απόκλιση από το αναμενόμενο, αλλά η ανεκτικότητα, η πιο επιτρεπτική στάση απέναντι στα παιδιά αλλά και η προστασία τους. Αυτή η πιο χαλαρή αντίληψη είχε ως αποτέλεσμα σε μερικές περιπτώσεις να περάσει το διαστρεβλωμένο μήνυμα ότι ο χειρισμός των ?ανάρμοστων συμπεριφορών? ήταν η υποχώρηση, η αναβολή, η παραίτηση ή το άλλο άκρο: η υπερπροστασία.

Και οι δύο αυτές αντιλήψεις, τόσο το ?αυταρχικό μοντέλο?, όσο και το νεότερο ?επιτρεπτικό μοντέλο? είναι επί της ουσίας αναποτελεσματικές. Στο κομμάτι της επικοινωνίας, δεν ενθαρρύνουν τον διάλογο μεταξύ γονέα και παιδιού, αλλά μία στάση όπου ο ένας είναι ο ?πομπός? και ο άλλος ο ?δέκτης? δίχως όμως να γίνεται αμφίδρομη επικοινωνία. Ο ένας διατάζει και ο άλλος εκτελεί. Επιπλέον, και τα δύο μοντέλα εμπεριέχουν και έλλειψη σεβασμού απέναντι στην προσωπικότητα αυτού που δεν έχει το πάνω χέρι. Δημιουργείται δηλαδή μία στρεβλή και ιδιαίτερα μεγάλη έλλειψη ισορροπίας αλλά και σεβασμού ανάμεσα στους δύο πόλους: τον γονέα και το παιδί.

Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα, υπάρχει και η χρυσή τομή, το διαλακτικότερο ?δημοκρατικό μοντέλο?: μία σχέση συνδιαλαγής όπου τόσο ο γονέας όσο και το παιδί εκφράζονται, το παιδί έχει την ελευθερία να αναπτυχθεί ελεύθερα, αλλά εντός ενός οριοθετημένου χώρου, γνωρίζοντας τα όρια όχι γιατί έχει τιμωρηθεί, αλλά γιατί έχει κατανοήσει ή έχει βιώσει τις λογικές συνέπειες όταν θα ξεφύγει από αυτά τα όρια. Ο γονέας και το παιδί συναποφασίζουν τόσο τους κανόνες όσο και τις συνέπειες όταν οι κανόνες καταπατούνται. Μέσα από αυτή τη διαδικασία συνδιαλλαγής δημιουργούνται οι κατάλληλες ζυμώσεις ώστε να γίνουν αντιληπτοί τόσο οι κοινωνικοί κανόνες, όσο και το αίσθημα προσωπικής ευθύνης.

Σημαντικό ρόλο για να αναπτυχθεί αυτό το δημοκρατικό μοντέλο είναι ένα βασικό, εσωτερικό ερώτημα που πρέπει να θέσουν οι γονείς στον εαυτό τους: ?τι θέλω από το παιδί μου;?. Αυτό δεν είναι ένα εύκολο και επιφανειακό ερώτημα. Είναι ιδιαίτερα βαθύ. Πολλές φορές οι προσδοκίες μας δημιουργούνται πολύ πριν τη γέννηση. Τα όνειρα που έχουμε για τα παιδιά μας, αυτό το οποίο θέλουμε να γίνουν, οι αξίες που θέλουμε να αναπτύξουν, η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων που έχουμε εμείς για τα παιδιά μας παίζουν σημαντικό ρόλο στο γονεϊκό στυλ που θα αναπτύξουμε. Όπως επίσης σημαντικό ρόλο παίζει και ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώσαμε και εμείς και η κρίση μας για τον τρόπο αυτό. Εάν ο απολογισμός του γονεϊκού ρόλου των δικών μας γονέων είναι θετικός, όσο επίπονος ψυχικά και εάν ήταν αυτός, τότε θα τείνουμε να αναπτύξουμε το ίδιο στυλ και εμείς οι ίδιοι.

Αλλά το πιο σημαντικό ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να απαντήσουμε ως γονείς δεν είναι μόνο το ποιες είναι οι δικές μας ανάγκες και ποιες είναι οι προσδοκίες μας από το παιδί, αλλά και ποιες είναι οι ουσιαστικές ψυχολογικές ανάγκες του παιδιού ανά πάσα στιγμή, ακόμη και όταν αναπτύσσει μία δύσκολη συμπεριφορά.

Ψυχολογικές ανάγκες των παιδιών

Θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε εις βάθος τις διάφορες ψυχολογικές ανάγκες που έχουν τα παιδιά όλων των ηλικιών, αλλά χάρη συντομίας θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τις βασικές ανάγκες των παιδιών σε αυτές στις οποίες αναφέρεται εκτενώς και η θεωρία του αυτοπροσδιορισμού, την οποία έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενο άρθρο: α) Ανάγκη για επάρκεια, β) ανάγκη για αυτονομία και γ) ανάγκη του ανήκειν.

Οι δύο πρώτες ανάγκες του συγκεκριμένου θεωρητικού πλαισίου, αναφέρονται στην έμφυτη ανάγκη του παιδιού να αισθάνεται ανεξάρτητο, ικανό να ανταπεξέλθει μόνο του βασιζόμενο στις δικές του δυνάμεις. Για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται από το παιδί να αποκτήσει εμπειρία στο να κάνει πράγματα μόνο του, αυτοδιαχειριζόμενο τους διαθέσιμους πόρους, συναρτήσει του περιβάλλοντός του. Το παιδί αναπτύσσει αυτή την ικανότητα όταν σταδιακά καλείται να ενεργήσει μεν μόνο του, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι ο γονιός δεν είναι παντελώς απών, αλλά θα είναι εκεί όταν θα χρειαστεί και όχι για να του δίνει πάντοτε έτοιμες όλες τις λύσεις.

Η τρίτη ανάγκη αναφέρεται στο αίσθημα αποδοχής που έχει ανάγκη το παιδί τόσο μέσα στην οικογένεια, όσο και στο φιλικό και σχολικό περιβάλλον. Ανεξάρτητα από ποια συμπεριφορά και να έχει, θέλει να αισθάνεται ότι έχει την αποδοχή μας ακόμη και εάν δεν συμπεριφέρεται πάντοτε ακριβώς με τον τρόπο που θέλουμε. Το αίσθημα του ανήκειν γίνεται πιο εύκολα αντιληπτό προς την εφηβεία, όταν και τα παιδιά προσπαθώντας να ανεξαρτητοποιηθούν, ταυτίζονται με τρίτες ομάδες και φίλους με κοινά ενδιαφέροντα, αναπτύσσοντας μία κοινή με αυτούς κουλτούρα και ενδεχομένως απομακρυνόμενα από τους γονείς.

Για να ολοκληρωθεί το αίσθημα του ανήκειν το παιδί θα πρέπει να αντιληφθεί ότι υπάρχουν κοινωνικοί κανόνες και όρια τα οποία είναι αμοιβαία και κοινά για όλους. Οι κανόνες αυτοί αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο δημιουργίας σταθερών σχέσεων αμοιβαίου σεβασμού με τρίτα άτομα τα οποία ανήκουν στις ομάδες στις οποίες καλείται να ενταχθεί ή έστω να συνυπάρξει. Το μήνυμα που καλούνται να λάβουν τα παιδιά είναι πως ο αμοιβαίος σεβασμός δεν επιβάλλεται, αλλά μαθαίνεται μέσα από την εμπειρία συνδιαλλαγής με τρίτους.

Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι αυτές οι βασικές ψυχολογικές ανάγκες των παιδιών είναι ακριβώς αυτές που τα οδηγούν και στην ανάπτυξη των εσωτερικών κινήτρων, όπως είδαμε ήδη σε προηγούμενο άρθρο.

Εσωτερικά και εξωτερικά κίνητρα στο οικογενειακό και σχολικό πλαίσιο

Ένας βασικός διαχωρισμός των κινήτρων που αναπτύσσουμε όλοι μας και επομένως και τα παιδιά τόσο στο εκπαιδευτικό πλαίσιο όσο και στα υπόλοιπα πλαίσια στα οποία καλούνται να επιτύχουν συγκεκριμένους στόχους είναι αυτός ανάμεσα στα εσωτερικά και τα εξωτερικά κίνητρα.

Στα πλαίσια της διαδικασίας της μάθησης όταν ένας μαθητής έχει αναπτύξει εσωτερικά μαθησιακά κίνητρα τότε θέλει να μάθει κάτι γιατί βρίσκει αξία στο αντικείμενο που διδάσκεται (π.χ. τον ενδιαφέρει ως θέμα ή του είναι ευχάριστο). Αντίθετα, ένας μαθητής που έχει εξωτερικά κίνητρα μάθησης, θέλει να μάθει κάτι γιατί αναμένει κάποια εξωτερική ανταμοιβή (π.χ. δώρο, έπαινος, κοινωνική καταξίωση κτλ).

Σε γενικές γραμμές οι μαθητές που έχουν εσωτερικά κίνητρα έχουν καλύτερους βαθμούς και ακαδημαϊκή πορεία, επιλέγουν όλο και πιο δύσκολα έργα, προσπαθούν με συνέχεια και συνέπεια και γενικά αισθάνονται καλά με τη μαθησιακή διαδικασία, ενώ, αντίθετα, αυτοί οι οποίοι υιοθετούν εξωτερικά κίνητρα, συνήθως -αλλά όχι πάντα- εμφανίζουν λιγότερο προσαρμοστική συμπεριφορά ως προς τη μάθηση, έχουν λιγότερο καλούς βαθμούς, έχουν πιο αρνητικά συναισθήματα απέναντι στις μαθησιακές διαδικασίες και είναι πιο πιθανό να επιλέγουν τα πιο εύκολα έργα έναντι των πιο δύσκολων.

Στο πλαίσιο του σχολείου, η ανάγκη για επάρκεια την οποία αναφέραμε πιο πάνω έχει τη μορφή της ικανοποίησης που λαμβάνει ο μαθητής όταν ολοκληρώνει μαθησιακά έργα στα πλαίσια του σχολείου, όπως τα πειράματα, οι ασκήσεις και η κατανόηση κειμένου. Η επάρκεια του δίνει την ικανοποίηση και την αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να τα καταφέρει με αυτά που καταπιάνεται.

Η αυτονομία, όπως είδαμε, αναφέρεται στην ανάγκη μας να λειτουργούμε μόνοι μας, χωρίς να απαιτείται εποπτεία από τρίτους, αποφασίζοντας οι ίδιοι για τον τρόπο που θα κάνουμε κάτι. Με αυτό τον τρόπο γίνεται ανάληψη πλήρους ευθύνης των πράξεών μας, είτε αυτές οδηγήσουν στην επιτυχία είτε στην αποτυχία. Στα πλαίσια του σχολείου, η αυτονομία μεταφράζεται ως ανάγκη των μαθητών να καταπιάνονται με τα μαθησιακά έργα και να τα ολοκληρώνουν αισθανόμενοι ότι οι ίδιοι είχαν τον κεντρικό ρόλο και πήραν τις βασικές αποφάσεις για τον τρόπο προσέγγισης, μελέτης και ολοκλήρωσης του έργου και δεν ακολούθησαν απλά και τυφλά κάποιες οδηγίες τρίτου.

Εδώ φυσικά χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς η ανάγκη για αυτονομία δεν σημαίνει άρνηση βοήθειας ή απουσία ελέγχου, αλλά μια μεταφορά της ευθύνης των αποφάσεων σε σχέση με ένα μαθησιακό έργο στο παιδί, το οποίο και θα είναι υπεύθυνο για την ολοκλήρωσή του. Η αυτονομία είναι μια ουσιαστική ανάγκη που φυσικά ξεφεύγει από τα όρια της σχολικής ψυχολογίας και αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την ανάπτυξη μιας υγιούς προσωπικότητας.

Τέλος, η ανάγκη για αίσθημα του ανήκειν αναφέρεται στην επιθυμία μας να αναπτύσσουμε στενές σχέσεις ανταποδοτικού τύπου με τα άτομα γύρω μας. Θέλουμε να αισθανόμαστε μέλη μιας ομάδας , επιθυμούμε να νοιάζονται οι άλλοι για εμάς αλλά φυσικά έχουμε την ανάγκη αντίστοιχα και εμείς να φροντίζουμε τρίτους. Το αίσθημα του ανήκειν μπορεί να καλλιεργηθεί σε πολλά επίπεδα και σε πολλές ομάδες: φίλοι, σχολική κοινότητα, οικογένεια κτλ. Δεν αρκεί απλά να είμαστε αυτόνομοι και επαρκείς, αλλά χρειάζεται να αισθανόμαστε και τη συναισθηματική σύνδεση με άλλους που θεωρούμε και μας θεωρούν σημαντικούς.

Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε ότι πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των κινήτρων παίζει και το περιβάλλον του παιδιού, καθώς ιδιαίτερα στις πιο μικρές ηλικίες είναι αυτό το οποίο καθορίζει τα όρια, δίνει ξεκάθαρα τα ερεθίσματα και καθοδηγεί το παιδί (ή όχι) σε αισθήματα αυτονομίας και επάρκειας. Αυτό το οποίο είναι σημαντικό να θυμόμαστε είναι την ανάγκη να δίνουμε στα παιδιά έργα τα οποία τους διεγείρουν το ενδιαφέρον και τα οποία είναι δύσκολα μεν, αλλά επιτεύξιμα βάσει των ικανοτήτων και της προηγούμενης γνώσης του παιδιού. Για να γίνει αυτό, είναι καλό το παιδί να έχει την επιλογή για το έργο με το οποίο θα ασχοληθεί, ώστε έτσι να επιλέξει αυτό που είναι πιο κοντά στα δικά του προσωπικά ενδιαφέροντα.

Ενθαρρύνουμε το παιδί να αγαπήσει την μάθηση αυτή καθ? αυτή και όχι να βλέπει την μαθησιακή διαδικασία απλά ως ένα μέσο για να πάρει καλούς βαθμούς και να ικανοποιήσει τους γονείς του ή να ξεχωρίσει από τους συνομηλίκους τους. Η ανατροφοδότηση που πρέπει να δίνεται στο παιδί δεν πρέπει να έχει αξιολογητικό χαρακτήρα απέναντι στις ικανότητές του, αλλά αντίθετα να επικεντρώνεται εποικοδομητικά στις στρατηγικές που ακολούθησε για να λύσει ένα πρόβλημα ή να ολοκληρώσει μια διαδικασία.

Κλείνοντας, είναι χρήσιμο να δούμε και την αναπτυξιακή προοπτική στη συμπεριφορά των παιδιών. Το παιδί γεννιέται μέσα σε ένα περιβάλλον πλήρους εξάρτησης και καλείται σταδιακά να περάσει σε ένα καθεστώς -ιδανικά- πλήρους ανεξαρτησίας το οποίο ολοκληρώνεται μετά την εφηβεία κατά την ενηλικίωση. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο για όλα τα παιδιά. Σε όλη αυτή την πορεία, πολλά μπορούν να πάνε στραβά και να δυσκολέψουν τα παιδιά να διαχειριστούν τη μετάβαση από το ένα στάδιο στο επόμενο.

Και αυτή η αναπτυξιακή προοπτική έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς μερικές φορές οι γονείς ανησυχούν ιδιαίτερα για συμπεριφορές των παιδιών τους που εν τέλει είναι αναμενόμενες για την εκάστοτε ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο των παιδιών. Είναι αναμενόμενο κάποια παιδιά ιδιαίτερα μικρότερης ηλικίας να φοβούνται σε κάποιο βαθμό, ή να μην τους είναι πάντοτε εύκολο να αποχωριστούν τους γονείς, να μην μπορούν να μοιραστούν εύκολα πράγματα, ή μπαίνοντας στην εφηβεία να γίνονται πιο αντιδραστικά. Ανάλογα με την ηλικία, οι ανάγκες του παιδιού είναι διαφορετικές όπως άλλωστε είναι και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει.

Κλείνοντας, ας δούμε και ένα δεκάλογο με βασικές ιδέες, προτροπές και γενικές κατευθύνσεις προς όλους τους γονείς και εκπαιδευτικούς, στην καθημερινή διαχείριση δύσκολων συμπεριφορών. Φυσικά, οι προτροπές αυτές αποτελούν υπεραπλουστεύσεις και ανάλογα με το κάθε παιδί και τις εκάστοτε συνθήκες, κάποιες είναι πιο κατάλληλες από κάποιες άλλες. Εάν ο γονιός ή ο εκπαιδευτικός αισθάνεται ότι κάποιες συμπεριφορές είναι εξαιρετικά δύσκολες στη διαχείρισή τους, τότε προτείνεται να έρθουν σε επαφή με υπηρεσίες και ειδικούς ψυχικής υγείας που μπορούν να δώσουν εξατομικευμένες κατευθύνσεις.

Ο δεκάλογος για την πιο αποτελεσματική διαχείριση δύσκολων συμπεριφορών

  1. Έχουμε αυτο-έλεγχο. Δεν συνεχίζουμε με δικά μας ξεσπάσματα ένα συναισθηματικό ξέσπασμα. Δεν δίνουμε μεγαλύτερες διαστάσεις στις ?κακές? συμπεριφορές που θέλουμε να εξαλείψουμε.
  2. Δεν ταυτίζουμε την προσωπικότητα του παιδιού με τις πράξεις: η συμπεριφορά μπορεί να είναι ?ενοχλητική?, αλλά όχι το ίδιο το παιδί.
  3. Δίνουμε σημασία και στην καλή συμπεριφορά, όχι μόνο στην ενοχλητική. Ενθαρρύνουμε αυτό που θέλουμε να βλέπουμε στο παιδί.
  4. Παν μέτρον άριστον. Δεν χρειάζεται ούτε μία αυστηρή οριοθέτηση που δεν επιτρέπει στο παιδί να αναπνεύσει, αλλά ούτε και έλλειψη ορίων η οποία μπερδεύει το παιδί και δεν το βοηθά να αναπτύξει την εσωτερική του πυξίδα και να ?ζυγίσει? το τι σημαίνει καλή συμπεριφορά.
  5. Είμαστε μοντέλα προς αντιγραφή: πρέπει να εκπέμπουμε αμοιβαίο σεβασμό, σταθερότητα, ζεστασιά. Όλα όσα θέλουμε δηλαδή να δούμε και στα παιδιά μας.
  6. Ακούμε, κατανοούμε συναισθήματα, επικοινωνούμε λεκτικά και μη λεκτικά δίχως να εκπέμπουμε διπλά μηνύματα.
  7. Δεν ξεχνάμε ότι το παιδί είναι σύμμαχος στην προσπάθεια που κάνουμε για να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες που εντοπίσαμε ή έχει εκφράσει το παιδί. Στόχος δεν είναι η τιμωρία. Συναποφασίζουμε πάνω σε κανόνες. Συζητάμε και επαναπροσδιορίζουμε τους επί μέρους στόχους μας.
  8. Περνάμε σταθερά χρόνο με το παιδί ως οικογένεια. Ζητάμε ανατροφοδότηση.
  9. Κοινή στάση των γονέων. Δεν είναι χρήσιμο να υπάρχει ο ?καλός? και ο ?κακός? γονέας.
  10. Δημιουργούμε ευκαιρίες για το παιδί: να ανακαλύψει ικανότητες, να βρει τα ταλέντα του, να δημιουργήσει ένα ιστορικό επιτυχιών. Να αισθανθεί ότι μπορεί να καταφέρει πράγματα και ότι είναι ικανό.

Εικόνες: